ΒΗΜagazino: Ο κώδικας του Τζούντο

Αθήνα, 2004: Ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας ακούγεται πρώτη φορά σε απονομή μεταλλίων ενός ολυμπιακού αθλήματος που προέρχεται από την Ιαπωνία, το τζούντο. Ο Ηλίας Ηλιάδης ανεβαίνει στα 18 χρόνια του στο πιο ψηλό σκαλί του βάθρου και, ξαφνικά, όλο και περισσότερα παιδιά που βλέπουν ξανά και ξανά τα στιγμιότυπα της μεγάλης νίκης στις οθόνες τους λένε ή έστω σκέφτονται: «Θέλω κι εγώ».

Στη χώρα μας το νέο αίμα του τζούντο είναι ηλικιακά κάτω των 21 ετών. Ηδη οι εκπρόσωποι του αθλήματος έχουν ξεχωρίσει σε διεθνείς διοργανώσεις και πριν από μερικές εβδομάδες επέστρεψαν από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Λιουμπλιάνα με σημαντικές διακρίσεις στις αποσκευές τους. Ο Αλέξης Ντανατσίδης κέρδισε χρυσό μετάλλιο στα 81 κιλά, ο Ρομάν Μουστόπουλος χάλκινο στην κατηγορία των 73 κιλών, η Ελισάβετ Τελτσίδου ήρθε πέμπτη στις νέες γυναίκες στα 63 κιλά, οι άνδρες πήραν το αργυρό μετάλλιο στο ομαδικό – με τη συμμετοχή και του Γιώργου Αζωίδη – και όλα αυτά ανέβασαν την Ελλάδα στην τέταρτη θέση της γενικής κατάταξης. Αυτή η dream team προπονείται με το πρότυπό της, τον χρυσό ολυμπιονίκη Ηλία Ηλιάδη, ο οποίος στα 27 του ονειρεύεται ό,τι και οι νεότεροι συναθλητές του: μια συμμετοχή και ένα (ακόμη) μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Ρίο το 2016. Ωσπου να έρθει εκείνη η ημέρα, οι ελπίδες του τζούντο μάς μίλησαν για τα μυστικά του αθλήματος, για την έλλειψη χρηματοδότησης, καθώς και για το πλεόνασμα του πάθους τους για ένα άθλημα που σε μαθαίνει να σέβεσαι τον αντίπαλο όσο και τον εαυτό σου.

τζούντο, το ευγενές

Ο 20χρονος Αλέξης Ντανατσίδης γεννήθηκε στη Γεωργία και ήρθε με τους γονείς του στην Ελλάδα σε ηλικία τεσσάρων ετών. Στα επτά του άρχισε να ασχολείται με το τζούντο, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι είναι. Στην αρχή το έβλεπε σαν παιχνίδι, μεγαλώνοντας, όμως, με το που μπήκε στην Εθνική ομάδα το 2008, το άθλημα έμελλε να γίνει αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή: «Με το τζούντο ζω. Μου έχει μάθει να είμαι ευγενικός, να σέβομαι, με έχει βάλει στον ίσιο δρόμο, είναι κάτι σαν γονιός για μένα».

Οπως πολλά παιδιά της ηλικίας του, έτσι και ο ίδιος έχει βρεθεί πολλές φορές μπροστά σε καβγά: «Πάντα παραμένω ήρεμος. Δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ το τζούντο στον έξω κόσμο, θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Ως πρωταθλητής, ξέρεις ότι μπορείς να προκαλέσεις μεγάλο κακό με ελάχιστες κινήσεις και κάποιος που δεν γνωρίζει όσα εσύ, ούτε να πέσει σωστά ξέρει ούτε πώς να απεγκλωβιστεί όταν τον πνίγεις». Δεν νιώθει αμήχανα όταν έχει να αναμετρηθεί με γεωργιανό αντίπαλο: «Γεννήθηκα στη Γεωργία, αλλά ως εκεί. Ο,τι κάνω, το κάνω για την Ελλάδα. Είμαι υπερήφανος που έχω την ελληνική σημαία στη στολή μου».

Με τη φόρα και την αυτοπεποίθηση που του έδωσε το χρυσό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, έχει κάθε δικαίωμα να ονειρεύεται και ένα αντίστοιχης απόχρωσης μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Ρίο. Στον τελικό κέρδισε ιάπωνα αθλητή, γεγονός που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αν αναλογιστούμε ότι η Ιαπωνία είναι η πατρίδα του τζούντο: «Είναι καλό να μαθαίνεις τα μυστικά των αντιπάλων. Ο Ηλίας Ηλιάδης μού είχε πει ότι οι Ιάπωνες παλεύουν περισσότερο με τεχνική, από μακριά. Οπότε, αν τους φέρεις πιο κοντά σου, δυσκολεύονται με την επαφή. Επίσης, εκτός από Ιάπωνας, ήταν και αριστερόχειρας και δεν με βόλευε, αλλά και πάλι υπάρχουν κόλπα. Είναι σαν πόλεμος, με τη διαφορά ότι όταν τελειώνει η μάχη, δεν μισείς, αλλά σέβεσαι τον αντίπαλο». Λεφτά δεν υπάρχουν, «μας έχουν κόψει και τα πριμ, είναι πολύ δύσκολα. Ομως δεν το βάζω κάτω».

τζούντο, το ένδοξο

Ο Ρομάν Μουστόπουλος γεννήθηκε στο Καζαχστάν και ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία εννέα ετών, πριν από έντεκα χρόνια. Εκτός από το χάλκινο στο Παγκόσμιο, κέρδισε και χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στη Βοσνία. Οταν μπαίνει στον αγώνα, το σκεπτικό του είναι πάντα το ίδιο: «Πρέπει να νικήσω. Δεν δίνω σημασία αν ο αντίπαλος είναι καλύτερος από εμένα. Είμαστε όλοι άνθρωποι, πολεμάμε για το ίδιο πράγμα, και εγώ εκείνη την ώρα σκέφτομαι μόνο τη νίκη».

Τον έχουν αδικήσει αρκετές φορές πάνω στον αγώνα, αλλά πιστεύει ότι «αν κάθεσαι και κλαίγεσαι για αυτό, δεν πρόκειται να πας παραπέρα». Το άγχος πριν από κάθε αναμέτρηση είναι δημιουργικό και τα στάδια της εξέλιξης είναι τα εξής δύο: «Να αποδείξεις την αξία σου και να φτιάξεις το όνομά σου. Η δόξα έρχεται πολύ πιο γρήγορα από το χρήμα σε ένα άθλημα όπως το τζούντο».

τζούντο, το δυναμικό

Το κορίτσι της παρέας, η Ελισάβετ Τελτσίδου, έκλεισε τα 18 χρόνια την Παρασκευή, είχε ωστόσο δείξει από πολύ νωρίτερα την έφεσή της στο τζούντο ή έστω σε κάτι που έμοιαζε αρκετά με τζούντο: «Η μητέρα μου έβλεπε ότι κάθε φορά που τσακωνόμουν και πάλευα με τον μεγαλύτερο αδελφό μου, έδειχνα εντυπωσιακή δύναμη και έτσι γράφτηκα από τα έντεκά μου σε ένα σωματείο στο Μενίδι». Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, χρησιμοποιεί πολύ συχνά τη λέξη «πείσμα» για να περιγράψει τη χαρά που της δίνει το άθλημα το οποίο έχει επιλέξει. Αλλά και «ανεξαρτησία»: «Είναι πολύ δυναμικό και χάρη σε αυτό νιώθω ότι, αν και κορίτσι, μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου χωρίς να έχω ανάγκη κάποιον άνδρα».

Αν όμως οι άνδρες νιώθουν συχνά απειλημένοι από μια δυναμική γυναίκα, τι συμβαίνει όταν, εκτός από δυναμική, μια γυναίκα είναι και δυνατή; «Τα αγόρια με πειράζουν πολύ συχνά, μου κάνουν πλάκα, μου λένε “δεν έχεις ανάγκη εσύ, εσύ θα προστατεύεις εμάς”. Αλλά καταλαβαίνουν ότι αυτό που κάνω είναι δύσκολο και νιώθω ότι με σέβονται». Κατά τη διάρκεια του αγώνα «δεν ακούς τίποτα. Μόνο τη φωνή του προπονητή που την έχεις συνηθίσει στο αφτί σου. Οσος χαμός και αν γίνεται, είναι σαν να υπάρχει απόλυτη ησυχία και το μόνο που ακούς είναι οι οδηγίες του».

Ανεβάζοντας τον μέσο όρο

Ο ενορχηστρωτής όλων αυτών των μεγάλων επιτυχιών είναι ο Νίκος Ηλιάδης, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του αρχιπροπονητή των Εθνικών ομάδων τζούντο όλων των κατηγοριών σε γυναίκες και άνδρες από το 2000 ως σήμερα. Πατέρας του ολυμπιονίκη Ηλία Ηλιάδη, γεννήθηκε και έζησε στη Γεωργία ως τα 37 του και το 1993 ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του. Πίσω στη γενέτειρά του, ήταν πρωταθλητής στο τζούντο και στο Σάμπο, αλλά αποσύρθηκε λόγω σοβαρού τραυματισμού στα 21 χρόνια του. Το 1995 ξεκίνησε ως προπονητής ιδρύοντας σύλλογο, μαζί με τα αδέλφια του, στο Αμύνταιο της Φλώρινας: «Στην αρχή όλοι μάς κοιτούσαν περίεργα, δεν ήξεραν καν τι σημαίνει τζούντο». Εκτός από το αργυρό μετάλλιο της Αγγελικής Δαμασιώτη στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Εφήβων – Νεανίδων του Ισραήλ το 1992, δεν υπήρχαν άλλες διακρίσεις στο βάθρο ως τη στιγμή που ανέλαβε την Εθνική ομάδα ο ίδιος. Από το 2000 ως σήμερα, η Ελλάδα μετράει στο τζούντο 56 μετάλλια σε παγκόσμια και πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα.

Η οικονομική δυσχέρεια, όμως, πολύ συχνά κόβει τα φτερά των αθλητών: «Μας είχαν καλέσει στην Ισπανία για να πάρουμε μέρος σε προετοιμασία και τουρνουά, μας κάλυπταν όλα τα έξοδα διαμονής, αλλά δεν πήγαμε, επειδή δεν βρήκαμε χρήματα για τα αεροπορικά εισιτήρια». Και ενώ το ταμείον της Ελληνικής Ομοσπονδίας είναι μείον – «ούτε τους μισθούς μας δεν έχουμε πληρωθεί» – οι ξένοι τούς στηρίζουν εντυπωσιακά: «Η Παγκόσμια Ομοσπονδία μάς έχει καλύψει έξοδα πάνω από 80.000 ευρώ. Και αυτό το κάνει επειδή αναγνωρίζει ότι έχουμε πολύ δυνατούς αθλητές. Ολοι θέλουν να προπονούνται μαζί τους, ανεβάζουν τον μέσο όρο».

Στο θέμα του ντόπινγκ είναι κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια στο τζούντο. Και ούτε πρόκειται να υπάρξει». Τον ρωτήσαμε ποιοι είναι οι πιο τρομακτικοί αντίπαλοι και λέει με ζηλευτή αυτοπεποίθηση ότι αυτή τη στιγμή «η πιο επικίνδυνη είναι η Ελλάδα. Εντάξει, υπάρχουν οι κλασικές υπερδυνάμεις όπως είναι η Ιαπωνία, η Γεωργία, η Ρωσία, η Κορέα αλλά και η Ολλανδία, εμείς, όμως, ως πολυμήχανοι, συνδυάζουμε πολλές διαφορετικές τεχνικές και αυτό μάς κάνει καλύτερους. Αν είχαμε και υπερήφανους χορηγούς, θα ήμασταν πολύ πιο ήσυχοι».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

X
WordPress Appliance - Powered by TurnKey Linux